Data: Dew Point

 The dew point (or dewpoint) is the temperature to which a given parcel of air must be cooled, at constant barometric pressure, for water vapor to condense into water. The condensed water is called dew. The dew point is a saturation point.

When the dew point temperature falls below freezing it is called the frost point, as the water vapor no longer creates dew but instead creates frost or hoarfrost by deposition.

The dew point is associated with relative humidity. A high relative humidity indicates that the dew point is closer to the current air temperature. If the relative humidity is 100%, the dew point is equal to the current temperature. Given a constant dew point, an increase in temperature will lead to a decrease in relative humidity.

At a given barometric pressure, independent of temperature, the dew point indicates the mole fraction of water vapor in the air, and therefore determines the specific humidity of the air.

The dew point is an important statistic for general aviation pilots, as it is used to calculate the likelihood of carburetor icing and fog.

Ο αέρας υπό φυσιολογικές συνθήκες περιέχει μικρή ποσότητα υγρασίας, δηλαδή
υδρατμούς οι οποίοι προέρχονται από την διαδικασία διαπνοής των φυτών και την
εξάτμιση νερού. Το μέγιστο ποσό υγρασίας το οποίο μπορεί να περιέχεται στον αέρα
εξαρτάται από την επικρατούσα θερμοκρασία αέρος, και αυξάνεται όσο ανεβαίνει η
θερμοκρασία: η μέγιστη υγρασία είναι 2,27 κιλά (5 lb) ανά 454 κιλά αέρος (1.000 lb) στους 4.4°C (40°F), και 18,614 κιλά (41 lb) για το ίδιο βάρος αέρος στους 37.8°C (100°F).

Ο αέρας αποκαλείται ‘κεκορεσμένος’ όταν περιέχει την μέγιστη δυνατή ποσότητα υγρασίας για την επικρατούσα θερμοκρασία. Επομένως όσο διαφοροποιείται το περιεχόμενο ποσοστό υγρασίας του αέρα, τότε μεταβάλλεται το σημείο (θερμοκρασία) κορεσμού του αέρος. Σε χαμηλές θερμοκρασίες ο κορεσμός έρχεται σε λιγότερη περιεχόμενη υγρασία δεδομένου οτι ο κρύος αέρας έχει μικρότερη δυνατότητα να περιέχει υγρασία από τον θερμό αέρα.

Η θερμοκρασία κορεσμού του αέρος ως προς την τρέχουσα περιεχόμενη υγρασία
ονομάζεται ‘σημείο δρόσου’ (‘dew point’) Οσο πιό υγρός είναι ο αέρας τόσο μικρότερη είναι η διαφορά μεταξύ του σημείου δρόσου και της τρέχουσας θερμοκρασίας αέρος, ενώ στον σχετικά ξηρό αέρα το dew point είναι πολύ χαμηλότερο από την θερμοκρασία του αέρα.

Η δρόσος συνήθως κάνει την εμφάνισή της όταν υπάρχει υψηλή σχετική υγρασία,
άπνοια και μεγάλη διαφορά (πτώση) θερμοκρασίας του αέρα όταν πέφτει η νύχτα,
συνθήκες οι οποίες παρουσιάζονται συχνά όταν υπάρχει ξαστεριά, ιδίως σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο όπου οι νύχτες είναι πιό ψυχρές.

Η Απόλυτη Υγρασία είναι το βάρος της υγρασίας που περιέχεται σε έναν όγκο αέρος με δεδομένο βάρος, και εκφράζεται σε γραμμάρια υγρασίας ανά κυβικό μέτρο αέρος. Η Σχετική Υγρασία είναι ο λόγος (εκφραζόμενο ως ποσοστό) της τρέχουσας περιεκτικότητας του αέρα σε υγρασία και της θεωρητικής περιεκτικότητας του αέρα σε υγρασία όταν ο αέρας κορεσθεί στην επικρατούσα θερμοκρασία. Οταν πέφτει η θερμοκρασία του αέρα χωρίς να υπάρχει διαφοροποίηση στην περιεχόμενη υγρασία, τότε η Απόλυτη Υγρασία παραμένει σταθερή αλλά αυξάνεται η Σχετική Υγρασία.

Τα σύννεφα και η εμφάνιση συμπύκνωσης δρόσου σε διάφορες επιφάνειες είναι σημεία συγκέντρωσης υγρασίας. Η δρόσος σχηματίζεται όταν η θερμοκρασία κάποιας επιφάνειας έχει πέσει σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε ο αέρας που έρχεται σε άμεση επαφή μαζί της να ψύχεται στο σημείο δρόσου με αποτέλεσμα την συμπύκνωση της υγρασίας σε υγρή μορφή.